20 Οκτωβρίου 2006

Σχόλιο στο βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ «Έκλειψη κι επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος»


(Εισαγωγή και Πρώτο Κεφάλαιο)


 «Το πρόβλημα της αιτιότητας είναι ένα ψευτοπρόβλημα, που μάς το επιβάλλει η κάλπικη επιστήμη, η επιστήμη που θέλει να προβλέπει. (…) Η αιτιακή περιγραφή αποκαλύπτει μία μόνον όψη της εξέλιξης: τα αναγκαία ή οικονομικά στοιχεία της. Τα σφάλμα γίνεται όταν θεωρούμε αυτούς τούς δεσμούς συγχρόνως επαρκείς για την εξέλιξη, και όλα τα υπόλοιπα άχρηστα που πρέπει να τ’ αγνοούμε. Από την άλλη μεριά, είναι εξ ίσου ανόητο να αρνηθούμε όλες τις αιτιακές σχέσεις με πρόσχημα ότι υπάρχει κάτι άλλο πέρα απ’ αυτές. Θα ήταν καλύτερο να τοποθετήσουμε την αιτιότητα ως μια επιμέρους κλίμακα του τρόπου με τον οποίον ο άνθρωπος βλέπει την ύλη».

Άσγκερ Γιόρν, Περί Μορφής.
Σκιαγραφία μιας  μεθοδολογίας των  τεχνών (1952-1957).

«Μόνο μέσα στην κοινωνική κατάσταση, ο υποκειμενισμός και ο αντικειμενισμός, ο ιδεαλισμός και ο υλισμός, η ενεργητικότητα και η παθητικότητα χάνουν τον αντιθετικό τους χαρακτήρα και συνεπώς παύουν να υπάρχουν σαν αντιθέσεις` η λύση των  θεωρητικών αντιθέσεων δεν είναι δυνατή παρά μόνο μ’ ένα πρακτικό τρόπο, μόνο με την πρακτική ενέργεια του ανθρώπου».

Κάρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα (1844).

«[Η θεωρία των  Μαρξ-Ένγκελς] δεν μπόρεσε μετά το 1850 να συνεχίσει ν’ αναπτύσσεται ζωντανά μέσα στην πρακτική του εργατικού κινήματος [διότι από τότε] κατευθύνθηκε όλο και περισσότερο προς μια ενορατική ιστορία, που υποβίβασε αφηρημένα την κοινωνική ανάπτυξη σε μια αντικειμενική πορεία καθοριζόμενη από εξωτερικούς νόμους».

Καρλ Κορς, Η κρίση του μαρξισμού (1931).
  
Νοέμβριος 2002
[μικρές προσθήκες Ιούνιος 2003]

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…


Το βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ Έκλειψη κι Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος κυκλοφόρησε το Μάιο του 2002 από την εκδοτική ομάδα «Κόκκινο νήμα» σε εξαιρετική μετάφραση. Στον πρόλογο επισημαίνεται πως «πέρα από τις βασικές θεωρητικές παραδοχές των  κομμουνιστών τούς δυο τελευταίους αιώνες, σχεδόν όλα τα επιμέρους ζητήματα που θίγει ο συγγραφέας αποτελούν θέμα συζήτησης και εκ νέου πραγμάτευσης μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, αφού μιλάμε για ένα ζωντανό κίνημα που αναδημιουργείται από την ίδια την αντιφατική πορεία της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης». Το σχόλιό μου λοιπόν είναι η συνεισφορά μου σ’ αυτή τη συζήτηση – μια συνεισφορά όμως που θα τολμήσει να βάλει σε συζήτηση, πέρα από τα επιμέρους ζητήματα, και κάποιες από τις βασικές θεωρητικές παραδοχές των  κομμουνιστών.

Στα αναμφισβήτητα «υπέρ» αυτού του βιβλίου είναι, πρώτον, ότι επιχειρεί (εστιάζοντας έστω και μόνο στην αιτιοκρατική-ντετερμινιστική πλευρά της) να επανενεργοποιήσει τη σκέψη του Μαρξ κι έτσι μάς καλεί να τη θυμηθούμε και ν’ αναμετρηθούμε γι’ άλλη μια φορά μαζί της. Δεύτερον, η έμφαση που θέλει να δώσει στον κομμουνισμό σαν ένα υπαρκτό ήδη από σήμερα κίνημα, σύμφωνα με τη ρήση του Μαρξ: «Εμείς ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την τωρινή κατάσταση. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που υπάρχουν σήμερα» (Η Γερμανική ιδεολογία)[1].

Έχοντας ζήσει την παρακμή που ακολούθησε το «Μάη του ’68», την ατέρμονη όσο και ανούσια πολιτικολογία και τη διάσπαση εκείνου του κινήματος σ’ ένα σωρό ετικέτες και πόζες χωρίς σοβαρό περιεχόμενο, ο Ντωβέ επιχειρεί –απολύτως δικιολογημένα ώς εδώ– να εστιάσει στο περιεχόμενο του κομμουνισμού:

«Η οργανωτική μορφή της κομμουνιστικής επανάστασης, όπως κάθε άλλου κοινωνικού κινήματος, εξαρτάται από το περιεχόμενό της» (σελ. 48, η έμφαση του Ντωβέ).

«Ο Μαρξ εστιάζει στο περιεχόμενο του κινήματος. Ο Λένιν και η υπεραριστερά εστίασαν στις μορφές του» (σελ. 81, η υπογράμμιση του Ντ.).

Ταυτόχρονα όμως απορρίπτει σαν «υποκειμενιστικό» το στοχασμό πάνω στις όποιες οργανωτικές, θεσμικές, πολιτικές, κ.ά. μορφές του κομμουνισμού, καθώς πιστεύει πως αυτές θα προκύψουν αναγκαστικά κι αναπόφευκτα, «αυθόρμητα», από το περιεχόμενό του, το οποίο με τη σειρά του προκύπτει από τις αντιφάσεις της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης:

«Η καπιταλιστική κοινωνία από μόνη της γεννάει ένα κομμουνιστικό κόμμα, που δεν είναι τίποτε άλλο από την οργάνωση του αντικειμενικού κινήματος» (σελ. 65, η έμφαση του Ντ.).

«Το κομμουνιστικό κίνημα δεν είναι απολίτικο, είναι ενάντια στην πολιτική» (σελ. 49, η έμφαση του Ντ.).

Ο Ντωβέ δεν θεωρεί πως η απόπειρά του να εστιάσει αποκλειστικά στο περιεχόμενο του κομμουνισμού, προέκυψε μέσα από κάποιες παροδικές ιστορικές συνθήκες, δηλαδή από την παρακμή του κινήματος του ’68 και την «υποκειμενιστική» παρεκτροπή που την ακολούθησε. Δεν βλέπει πως η έμφαση στον «αντικειμενισμό» και η κάθετη ρήξη με τον «υποκειμενισμό» εξυπηρετούσε μια πρόσκαιρη αντίθεση με ημερομηνία λήξης και ότι, εάν αναχθεί σε απόλυτη αλήθεια και σε απόλυτη αντίθεση, επανεισάγει και συντηρεί αλώβητη την αδιέξοδη αντίθεση αντικειμενισμού-υποκειμενισμού. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι αποκλειστικά και μόνο μ’ αυτό τον «αντικειμενιστικό» τρόπο μπορεί να συλληφθεί έγκυρα ο κομμουνισμός γενικά, τόσο ως υπαρκτό κίνημα όσο και ως μέλλον.

Βέβαια και ο Μαρξ έδωσε έμφαση στο «περιεχόμενο». Για παράδειγμα, σ’ ένα από τα πιο πολιτικά κείμενά του, μιλώντας  για την κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα έλεγε πολύ χαρακτηριστικά πως «παλιότερα η φράση ξεπερνούσε το περιεχόμενο∙ σήμερα το περιεχόμενο ξεπερνά την φράση» (Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη). Προς το τέλος της ζωής του, με αφορμή το συνέδριο του γερμανικού Εργατικού κόμματος στην Γκότα, έγραφε στον Μπράκε: «Κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος είναι πιο σπουδαίο από μια δωδεκάδα προγράμματα» (Κριτική του προγράμματος της Γκότα, 1875). Αλλά και πέρα από αυτό, σε γενικές γραμμές θεωρούσε πως, σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία,

«οι νομικές σχέσεις και οι μορφές του Κράτους δεν μπορούν να εξηγηθούν από αυτές τις ίδιες, ούτε από την υποτιθέμενη γενική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά ριζώνουν μάλλον μέσα στις υλικές συνθήκες της ζωής (…)∙ και γι’ αυτό πρέπει ν’ αναζητήσουμε στην πολιτική οικονομία την ανατομία της κοινωνίας των πολιτών (Πρόλογος στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας).

Θεωρούσε επίσης, πως ακόμα και οι παραγωγικές σχέσεις, παρ’ όλο που στο «σύνολό τους σχηματίζουν την οικονομική δομή της κοινωνίας, το πραγματικό θεμέλιο πάνω στο οποίο υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα, στο οποίο αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές της κοινωνικής συνείδησης» (στο ίδιο), καθορίζονται κι αυτές από ένα άλλου είδους «περιεχόμενο»: «Αυτές οι σχέσεις παραγωγής αντιστοιχούν σ’ ένα δεδομένο βαθμό ανάπτυξης των  υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων» (στο ίδιο).

Όμως ο Μαρξ δεν οδηγήθηκε ποτέ σε μια υποτίμηση του ζητήματος των  μορφών, ούτε σε μια καθολική εναντίωση στην πολιτική! O υπότιτλος της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, που διεύθυνε το ταραγμένο 1848, ήταν «όργανο της δημοκρατίας» και για δεκαετίες πρόβαλε το αίτημα μιας  πανευρωπαϊκής δημοκρατικής εξωτερικής πολιτικής, θεωρώντας την τσαρική Ρωσία σαν το μεγαλύτερο εχθρό για τη επανάσταση στην Ευρώπη[2]. Μίλησε για κομμουνιστικό κόμμα και έγραψε το «μανιφέστο» του, στο οποίο επέστρεφε διαρκώς έως το τέλος της ζωής του. Η θεωρητική αντιπαράθεσή του με τον Προυντών στρεφόταν εναντίον της «απολίτικης» ή «αντιπολιτικής» θεωρίας του Γάλλου σοσιαλιστή.

Πάνω στην ίδια βάση, στο πιο πρακτικό πλαίσιο της Α΄ Διεθνούς πολέμησε με οξύτητα τούς προυντωνιστές επειδή υποτιμούσαν πλήρως την πολιτική διάσταση του προλεταριακού αγώνα και, όπως στο Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος το 1847-48, έτσι και στην Ιδρυτική διακήρυξη της Α΄ Διεθνούς, το 1864, θεωρούσε αναγκαία την «κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο». Αλλά ακόμα και όταν η εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας τον έσπρωξε σε πιο «αντικρατικές» πολιτικές θέσεις, κάνοντάς τον να υποστηρίξει την «καταστροφή της σημερινής μηχανής του αστικού Κράτους», και τότε ακόμα δεν δίστασε να χαρακτηρίσει την Κομμούνα σαν την «πολιτική μορφή, που επιτέλους βρέθηκε, της δικτατορίας του προλεταριάτου» (Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, 1872, η υπογράμμιση του Μαρξ). Σ’ αυτή μάλιστα την ανάλυσή του της Κομμούνας φρόντισε με μεγάλη επιμέλεια να εντοπίσει και να προβάλλει τις οργανωτικές μορφές της, ακόμα και παραχαράσσοντας υπέρ του συγκεντρωτισμού την αληθινή φύση των  μορφών οργάνωσης της Κομμούνας.

Η υποτίμηση του ζητήματος των μορφών οδηγεί επιπλέον τον Ντωβέ να ορίζει τον κομμουνισμό σαν το κοινωνικό κίνημα που αρνείται πλήρως την «αξία» (όρο με τον οποίον, ακολουθώντας τον Μαρξ, εννοεί την «ανταλλακτική αξία»). Την ίδια όμως στιγμή συνταυτίζει πλήρως την «αξία» με την ανταλλαγή. Το περιεχόμενο του κομμουνισμού, τόσο σαν πραγματικό κίνημα όσο και σαν μελλοντική κοινωνία, το εντοπίζει σε πρακτικές άρνησης της ανταλλαγής:




«Ο σκοπός δε θα είναι να καταλάβουμε τα εργοστάσια για να παραμείνουμε εκεί ως διαχειριστές τους, αλλά να βγούμε από αυτά, να τα συνδέσουμε μεταξύ τους χωρίς ανταλλαγή, πράγμα που τα καταστρέφει ως επιχειρήσεις» (σελ. 45, η υπογράμμιση δική μου).
«Σε αυτές τις συγκρούσεις οι άνθρωποι αυθόρμητα προσπαθούν να οικειοποιηθούν αγαθά χωρίς να υπακούουν στη λογική της ανταλλαγής. Αντιμετωπίζουν δηλαδή αυτά τα αγαθά ως αξίες χρήσεις» (σελ. 51, η υπογράμμιση δική μου).

Έτσι, πέρα από το γεγονός ότι η «άρνηση της ανταλλαγής» είναι κάτι το συζητήσιμο −και ο Ντωβέ δεν το συζητάει εδώ όσο θα έπρεπε [3]−, είναι επίσης πολύ συζητήσιμη και η πλήρης συνταύτιση «ανταλλακτικής αξίας» και «ανταλλαγής» γενικά, από την οποία ο Ντωβέ συνάγει πως ο κομμουνισμός αρνείται γενικά την ανταλλαγή.

Ο Μαρξ, πολύ πιο ρεαλιστής, δεν δεχόταν μια τέτοια μονοκόμματη συνταύτιση «αξίας»  και ανταλλαγής. Απεναντίας, διέκρινε το «ανώτερο στάδιο» του κομμουνισμού −όπου θα ισχύει το σύνθημα «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του»−, από μια «πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας», η οποία «μόλις αναδύεται από την καπιταλιστική κοινωνία [και γι’ αυτό,] από κάθε άποψη, οικονομική, ηθική, διανοητική, εξακολουθεί να φέρει τα στίγματα της παλιάς τάξης από την οποία γεννήθηκε» (Κριτική του προγράμματος της Γκότα, οι υπογραμμίσεις δικές μου). 

Στο ίδιο κείμενο μάλιστα υποστήριζε οτι, κατ’ αυτή την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, ο εργαζόμενος «παίρνει από την κοινωνία ένα μπόνους το οποίο πιστοποιεί ότι παρείχε το τάδε ποσό εργασίας (αφού αφαιρεθεί η εργασία που πραγματοποιείται για τούς κοινούς πόρους) και, με αυτό το μπόνους, παίρνει από τα κοινωνικά αποθέματα ακριβώς τόσα αντικείμενα κατανάλωσης όσα του κόστισε η εργασία του». Και συνέχιζε:

«Προφανώς εδώ ισχύει η ίδια αρχή που βασιλεύει στην ανταλλαγή των  εμπορευμάτων, εφόσον πρόκειται για ανταλλαγή ισοδυνάμων. Όμως το βάθος και η μορφή αλλάζουν, επειδή έχουν αλλάξει οι συνθήκες: κανείς δεν θα μπορεί να προσφέρει κάτι άλλο από την εργασία του και άλλωστε τίποτα δεν μπορεί να γίνει ιδιοκτησία των  ατόμων, εκτός από τα προσωπικά μέσα κατανάλωσης» (Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Συνεπώς, για τον Μαρξ η ύπαρξη ανταλλαγής γενικά δεν συνταυτίζεται αναγκαστικά με την ύπαρξη καπιταλισμού και εμπορευματικής ανταλλακτικής αξίας, έστω κι αν για κάποιο χρονικό διάστημα η αναδυόμενη κομμουνιστική κοινωνία υιοθετεί αναγκαστικά την «ίδια αρχή» που ισχύει στην ανταλλαγή των  εμπορευμάτων. Ούτε ακόμα και η ύπαρξη ενός «μπόνους»-ανταλλακτικού ισοδύναμου συνταυτίζεται, κατ’ αυτόν, με το καπιταλιστικό χρήμα. Γι’ αυτό και τη δέχεται για την «πρώτη φάση» της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Η ανταλλαγή, ακόμα και η μορφή-«μπόνους», αλλάζουν σε μορφή και σε βάθος όταν αλλάζουν οι συνθήκες και εγκαθιδύεται η κοινοκτησία των  μέσων παραγωγής – μια σκέψη που απορέει πολύ λογικά απο το γεγονός οτι, για τον Μαρξ, η «αξία» θεμελιώνεται στο «χωρισμό των  παραγωγών από τα μέσα παραγωγής» και όχι στην ανταλλαγή γενικά. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ δεν σκέφτεται τη σχέση περιεχομένου-μορφής τόσο μονοκόμματα όσο ο Ντωβέ, και δεν διστάζει να ονομάσει «κομμουνιστική» μια κοινωνία όπου η ανταλλαγή συνεχίζεται μεν αλλά στη βάση πλέον αυτής της κοινοκτησίας.

Είναι λοιπόν πολύ συζητήσιμη η εμμονή του μαρξιστή Ντωβέ αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο του κομμουνισμού, εφόσον μάλιστα τον κάνει να του διαφεύγουν οι πρακτικές μορφές οι οποίες ενοποιούν και προσανατολίζουν όλες αυτές τις πρακτικές άρνησης της ανταλλαγής, τις οποίες θεωρεί ως «περιεχόμενα» του κομμουνισμού.

Αυτή η τοποθέτησή του έρχεται άλλωστε άμεσα σε αντίφαση με τον πολύ σημαντικό ρόλο που αποδίδει στη θεωρία, θεωρώντας την περίπου σαν την αποκλειστική «μορφή» ενοποίησης των  κομμουνιστικών πρακτικών. Λέει για παράδειγμα:

«Οποιαδήποτε μόνιμη ομάδα επαναστατών εργατών πρέπει να προσπαθήσει να βρει μια θεωρητική βάση για τη δράση της. Η θεωρητική αποσαφήνιση είναι συστατικό στοιχείο και απαραίτητη προϋπόθεση της πρακτικής ενοποίησης» (σελ.67, οι υπογραμμίσεις του  Ντ.).

Και ακόμα:

«Η θεωρητική συνοχή είναι μόνιμος στόχος των  επαναστατών, εφόσον πάντοτε επισπεύδει τον πρακτικό συντονισμό των  επαναστατικών προσπαθειών» (σελ. 83, οι υπογραμμίσεις του  Ντ.). 

Εδώ μπαίνει λοιπόν εύλογα ένα κρίσιμο ερώτημα, που ο Ντωβέ αφήνει αναπάντητο. Η θεωρία, δηλαδή μια ορισμένη μορφή συνείδησης, είναι μορφή ή περιεχόμενο; Είναι εποικοδόμημα ή βάση; Εάν, σαν «μόνιμος στόχος των  κομουνιστών», όπως λέει, ανήκει στη βάση/περιεχόμενο, τότε γιατί θα ήταν εποικοδομήματα κάποιες άλλες πρακτικές μορφές συνείδησης (όπως είναι λ.χ. το ιστορικό κόμμα, ή η δημοκρατία), για τις οποίες θεωρεί πως θα προκύψουν «αυθόρμητα» και είναι άνευ νοήματος ν’ ασχοληθούμε από τώρα; Κι αν πάλι η θεωρία είναι μορφή/εποικοδόμημα, οπότε κατ’ αυτόν θα αναδυθεί «αυθόρμητα» όπως και τα υπόλοιπα εποικοδομήματα όταν αναπτυχθούν οι κατάλληλες υποδομές, τότε γιατί της αποδίδει τον παραπάνω καίριο ρόλο, τον οποίον αποδεικνύει άλλωστε και η συστηματική ενασχόλησή του με αυτήν;

Θα εξετάσω αργότερα με ποιόν τρόπο ο Ντωβέ επιχειρεί να κλείσει αυτή την αντίφασή του αποδίδοντας, όπως και ο Μαρξ, στη θεωρία του μια ιδιαίτερη, «αντικειμενική» ποιότητα– δηλαδή επιχειρώντας να την παρουσιάσει σαν ένα σύνολο σκέψεων που υποτίθεται πως δεν έχουν τίποτε το «υποκειμενικό». Προς το παρόν, ας σημειώσω, πως η παραπάνω αντίφαση προέρχεται από ένα γενικότερο πρόβλημα που διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο του. Πηγάζει πράγματι από το γεγονός ότι σκέφτεται τη μορφή μάλλον ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του κομμουνισμού ως παρόν και ως μέλλον. Έτσι όμως η κριτική που κάνει στην ιστορική “υπεραριστερά”, επειδή θεωρεί ότι αυτή έδωσε έμφαση στη μορφή παραμελώντας το περιεχόμενο, προέρχεται τελικά από το ίδιο σφάλμα που της καταλογίζει, δηλαδή ότι σκεφτόταν τη μορφή (συμβούλια) ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του κομμουνισμού. Σ’ αυτό το πλαίσιο σκέψης, το πρόβλημα των  σχέσεων μεταξύ «μορφής/εποικοδομήματος» και «βάσης/περιεχομένου» παραμένει απροσπέλαστο.

Κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτή την εσωτερική του αδυναμία βρίσκεται και το κύριο ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου καθώς, παρά τις προθέσεις του συγγραφέα του, αποτελεί μια πολύ καλή συνοπτική έκθεση μάλλον, παρά επίλυση, μιας  διαρκούς εσωτερικής αδυναμίας του κομμουνιστικού κινήματος συνολικά, όπως αυτό εκφράστηκε στην ιστορία των  δύο τελευταίων αιώνων και κυρίως κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Η αδυναμία αυτή να συλληφθεί με μια ενιαία κίνηση η «μορφή» και το «περιεχόμενο» του κομμουνισμού, έχει ήδη εκφραστεί μέσ’ από τη δυσκολία του ίδιου του Μαρξ να συμβιβάσει πειστικά τη σύλληψη της ιστορίας ως «πάλης των  τάξεων» από τη μια και ως «ανάπτυξη των  παραγωγικών δυνάμεων» από την άλλη, και τη δυσκολία των  επιγόνων του συνολικά να βρούνε το «κόκκινο νήμα» που συνδέει την «αντικειμενική» με την «υποκειμενική» πλευρά τόσο της αλλοτρίωσης όσο και του αγώνα εναντίον της.

Εξαιτίας αυτής της αδυναμίας –που έχει να κάνει και με μια «λειτουργιστική» αντίληψη της μορφής−, οι διάφορες εκφράσεις του κομμουνιστικού κινήματος παλινδρομούσαν αέναα, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις προσωπικότητες, μεταξύ «υποκειμενισμού/βολονταρισμού» και «αντικειμενισμού/ντετερμινισμού», μέσα σ’ ένα φαύλο κύκλο χωρίς καμμιά διέξοδο. Και οπωσδήποτε σήμερα που, έπειτα από την εμπειρία της δεκαετίας του ’60, γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας και αντίστροφα, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η αδυναμία αυτή του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος βρίσκεται στη ρίζα της «έκλειψής» του∙ και ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε μια «επανεμφάνισή» του όσο δεν καταφέρνει να την απαντήσει. 

Πρέπει αμέσως να υπογραμμίσω πως δεν θεωρώ τις αντιφάσεις ενός βιβλίου, ενός συγγραφέα, ενός ανθρώπου, σαν κάτι το αρνητικό ή μειωτικό. Δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε βεβαίως θεωρία (ακόμα κι αν είναι πιο συλλογικά διαμορφωμένη) χωρίς, όχι μόνο ελλείψεις και αδύναμίες, αλλά και αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις όμως είναι ένα δυναμικό και το πλουσιότερο κομμάτι κάθε ανθρώπου, διότι μέσ’ από αυτές −και επειδή ουσιαστικά εκφράζουν τις αντιφάσεις καθενός από εμάς στον αγώνα μας για την ελευθερία και στις αντικειμενικές κι υποκειμενικές δυσκολίες που συναντάμε εδώ−, εκφράζεται ένας προσωπικός ή πιο συλλογικός αγώνας που αφορά όλους μας. Κι έτσι οι άνθρωποι και οι θεωρίες γίνονται συζητήσιμοι όπως όλοι μας, δηλαδή πραγματικά ενδιαφέροντες για το σύνολο.

Μ’ αυτή την έννοια, το σχόλιό μου πάνω στο βιβλίο του Ντωβέ αποτελεί και μια πρόσκληση να διαβαστεί και να συζητηθεί. Διότι η κεντρική αντίφασή του, η αντίφαση ανάμεσα στην αναζήτηση της ελευθερίας και τις ντετερμινιστικές θεωρήσεις του, είναι μια αντίφαση που μάς διαπερνά λίγο-πολύ όλους.

*

Η δική μου ανάγνωση θα προσπαθήσει να φέρει στην επιφάνεια τα λογικά και πρακτικά αδιέξοδα και τούς φαύλους κύκλους, στους οποίους οδηγείται ο αγώνας για μια πιο ελεύθερη και δίκαια κοινωνία όταν θέλουμε να τον στηρίξουμε αποκλειστικά στις βεβαιότητες του «αντικειμενισμού» και του υλιστικού ντετερμινισμού – μιας  απο τις βασικές θεωρητικές παραδοχές των  κομμουνιστών.

Ακόμα, η ανάγνωσή μου θα προσπαθήσει να φέρει στην επιφάνεια το ακόμα πιο ενοχλητικό αλλά επίκαιρο και ζωτικού ενδιαφέροντος γεγονός οτι, ο σκληρός πυρήνας του αντικειμενισμού και του υλιστικού ντετερμινισμού αποτελεί μια βασική συνιστώσα της σημερινής κυρίαρχης ιδεολογίας της «ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού». Διότι πράγματι, ο άνθρωπος που φαντάζεται και θέλει ο υλιστικός ντετερμινισμός, ο άνθρωπος που στηρίζει την ευημερία και την επίλυση των  κοινωνικών προβλημάτων στην «επαρκή ανάπτυξη των  παραγωγικών δυνάμεων», την «επαρκή αποθήκευση παρελθοντικής εργασίας» και την «ικανοποίηση των  αναγκών», ο άνθρωπος που μετέχει στην ιστορία υπακούοντας σε απρόσωπες «παραγωγικές δυνάμεις» και «ανεξάρτητα από αυτό που θέλει και σκέφτεται», είναι ο άνθρωπος που φαντάστηκαν και θέλουν οι άρχοντες αυτού εδώ του κόσμου, δηλαδή ο σύγχρονος σκλάβος, και όχι ο φορέας ενός καινούργιου, καλύτερου κόσμου. 

Τέλος, σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, η δική μου ανάγνωση του βιβλίου του Ντωβέ θα προσπαθήσει να δείξει πως οι υλιστικές ντετερμινιστικές απόψεις αγνοούν, παραγνωρίζουν ή υποτιμούν το ζήτημα της δημόσιας διαμάχης, δηλαδή του τρόπου επίλυσης των  διαφορών, των  διαφωνιών και των  συγκρούσεων μεταξύ των  ανθρώπων, που το θεωρώ καίριο και αποφασιστικής σημασίας.

Για να προλάβω όμως τις αναμενόμενες εδώ παρεξηγήσεις, σπεύδω να πω ότι δεν θ’ αντιπαραθέσω στον «αντικειμενισμό» και τον υλιστικό ντετερμινισμό το ρομαντικό μύθο του «αδέσμευτου ατόμου» και της «ριζοσπαστικής υποκειμενικότητάς» του, ούτε κάποια εξίσου ρομαντική ιδεολογία «αντί-ανάπτυξης» και «αντί-εκσυγχρονισμού». Η δική μου θεώρηση των  πραγμάτων, τοποθετείται σε εντελώς άλλες βάσεις και από τον «αντικειμενιστικό ντετερμινισμό» και από τον «υποκειμενιστικό βολονταρισμό».

Πριν προχωρήσω, πρέπει να σημειώσω ότι για τις ανάγκες αυτού εδώ του σχολίου θ’ αναφερθώ συχνά, όπως και ο Ντωβέ, στον ίδιο τον Μαρξ. Ίσως αυτό φανεί λιγάκι κουραστικό, όμως είναι απαραίτητο μιας  και ο Ντωβέ υποστηρίζει πως η απόπειρά του είναι μια εκ νέου ανακάλυψη του Μαρξ, στον οποίον προσπαθεί να στηρίξει όλες τις δικές του απόψεις. Έτσι είναι απαραίτητο να δείξω σε ποιό βαθμό ο Ντωβέ πράγματι στηρίζεται στον Μαρξ, σε ποιό βαθμό ξεφεύγει από αυτόν, και σε ποιό βαθμό η δική του αντίφαση είναι και αντίφαση του μεγάλου «δασκάλου» του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.

«Ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται…»

Μια πρώτη γενική τοποθέτηση λοιπόν. Οι αντιφάσεις και τ’ αδιέξοδα της θεωρίας του Ντωβέ, που θα επισημάνω στη συνέχεια, οφείλονται στο γεγονός ότι υιοθετεί ασυζητητί τον κλασικό μαρξιστικό ντετερμινισμό[4] και «αντικειμενισμό», ενώ τη ίδια στιγμή, επειδή γνώρισε το κίνημα του ’68, δεν μπορεί να παρακάμψει πλήρως το ζήτημα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, το οποίο παρέκαμπτε σταθερά ο κλασικός ιστορικός κομμουνισμός (με φωτεινές αλλά μοναχικές εξαιρέσεις κάποιες προσωπικότητες όπως αυτές του Βίλχελμ Ράιχ και του Otto Rühle[5]).

Έτσι, ενώ μιλάει για αγώνες και αναγνωρίζει π.χ. το ενδιαφέρον του εγχειρήματος των  καταστασιακών –που σε μια άκρως σταλινική εποχή της κομμουνιστικής Αριστεράς θέλησαν, περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένα, να ξαναθυμήσουν το ζήτημα της συνείδησης και της προσωπικής ευθύνης−, ο Ντωβέ θεωρεί τον κομμουνισμό σαν κάτι το ιστορικά απολύτως αναγκαίο και αναπόφευκτο, που υπάρχει κι έρχεται ανεξάρτητα από τη σκέψη, τη θέληση και την απόφαση των  ανθρώπων.

Λέει για παράδειγμα:

«Ο μηχανισμός της κομμουνιστικής επανάστασης είναι προϊόν των  αγώνων. Η ανάπτυξη αυτών των  αγώνων φέρνει τα πράγματα σε ένα σημείο όπου η κοινωνία αναγκάζει όλα τα άτομα, στα οποία δεν αφήνει καμμιά άλλη προοπτική, να εγκαθιδρύσουν νέες κοινωνικές σχέσεις. Εάν σήμερα ένας αριθμός κοινωνικών αγώνων δείχνει να μην οδηγεί πουθενά, αυτό συμβαίνει επειδή η μόνη πιθανή τους συνέχιση θα ήταν ο κομμουνισμός, ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν σε αυτούς» (σελ. 45-46, οι υπογραμμίσεις δικές μου). 

Δεν είναι τυχαία εδώ η χρήση της λέξης «μηχανισμός». Για τούς ντετερμινιστές, η ιστορία είναι κατά βάθος πάντοτε ένας μηχανισμός. Αν όμως ο κομμουνισμός υπάρχει κι έρχεται ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται όσοι συμμετέχουν στους αγώνες, τότε τι νόημα έχει η ανάγκη θεωρητικής αποσαφήνισης και διατύπωσης μιας  θεωρίας; Αυτή η ανάγκη δεν δείχνει, αντίθετα, πως ο κομμουνισμός εξαρτάται (και) από το τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες;

Επιπλέον, αυτό το «ανεξάρτητα του τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες» ισχύει άραγε ή όχι και για τις σκέψεις που διατυπώνει ο ίδιος ο Ντωβέ και οι ντετερμινιστές γενικότερα; Διότι αν δεν ισχύει, τότε αναρωτιέται κανείς πώς η θεωρία του ξεφεύγει από αυτό το γενικό κανόνα της εξέλιξης «ανεξάρτητα από τις σκέψεις». Αν πάλι ισχύει, τότε ο «αντικειμενισμός» της θεωρίας του είναι πάρα πολύ σχετικός.

Τέλος, η υπόθεση πως ο κομμουνισμός υπάρχει κι έρχεται «ανεξάρτητα από τι τι σκέφτονται αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες», τι πρακτικό νόημα έχει; Αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι σκέφτομαι σημαίνει επίσης συζητώ, και ότι ποτέ δεν διαμορφώνεται σκέψη χωρίς συζήτηση[6], τότε αυτή η υπόθεση φαίνεται να σημαίνει πως ο κομμουνισμός υπάρχει κι έρχεται ανεξαρτήτως του τι συζητούν αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες. Αλλά τότε, πέρα από το σκανδαλώδες αυτής της υπόθεσης, προς τι π.χ. η συγγραφή, η έκδοση και η συζήτηση βιβλίων όπως αυτό του Ντωβέ ή οποιοδήποτε άλλου;

Ακόμα κι αν υποθέσει κανείς πως η ανθρωπότητα εξελίσσεται ανεξάρτητα από το τι σκέφτονται οι άνθρωποι, γεγονός είναι πως οι υλιστές ντετερμινιστές (όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε) όχι μόνο σκέφτονται αλλά θεωρούν και σημαντικό για το κίνημα να ακουστούν οι σκέψεις τους. Αφιερώνουν και χρόνο και χρήμα στη συγγραφή και την έκδοση των  σκέψεών τους (και πολύ καλά κάνουν!), και μάλιστα καλούν τούς ανθρώπους να τις συζητήσουν. Ωστόσο, αφήνουν στο σκοτάδι και το γιατί θεωρούν τις δικές τους σκέψεις σημαντικές για το κίνημα και το πώς οι ίδιοι έφτασαν σ’ αυτές τις υποτιθέμενα «αντικειμενικές» σκέψεις. Να κάνω μια-δυό ερωτήσεις; Πώς; Μέσ’ από τη συμμετοχή στους αγώνες; Αλλά, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, αυτή δεν αρκεί μιας  και τα πράγματα εξελίσσονται ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται όσοι μετέχουν στους αγώνες. Μήπως μεσ’ από τη συμμετοχή στους αγώνες και τη μελέτη και συζήτηση; Μα τότε, η μελέτη και η συζήτηση, δηλαδή η σκέψη, είναι εξίσου καθοριστικές με τη συμμετοχή στους αγώνες για την εξέλιξη της κοινωνίας.

Μήπως τελικά ο υλιστικός ντετερμινισμός, με την εμμονή του στην ανακάλυψη των  «αντικειμενικών νόμων» που υποτίθεται ότι καθορίζουν τις κοινωνικές εξελίξεις ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται όσοι συμμετέχουν σε αυτές, εκφράζει μια απόπειρα αποφυγής ή, χειρότερα ακόμα, προεξόφλησης των  συζητήσεων; Μήπως αυτό που τελικά φαντάζεται σαν δράση των  κομμουνιστών είναι ουσιαστικά αυτή της «αποκάλυψης» αυτών των  αντικειμενικών νόμων και μια δασκαλίστικη κατήχηση στην «αλήθεια» τους;

Μια λογική αυθαιρεσία…

Ο υλιστικός ντετερμινισμός θέλει να αρνηθεί, θεωρητικά τουλάχιστον, τον οποιοδήποτε ουσιώδη και αποφασιστικό ρόλο στα υποκείμενα. Παρ’ όλα αυτά συμβαίνει να τον έχουν σκεφτεί και διατυπώσει… υποκείμενα: ο Καρλ ή ο Ζιλ για παράδειγμα. Πώς ξεπερνάει αυτό το άκρως ενοχλητικό για την κοσμοθεώρησή του… ατύχημα;

Απλά. Επιδιώκει, με τη χρήση κατάλληλων εννοιών και λέξεων, να δίνει την εντύπωση πως ο ίδιος είναι «φωνή των  αντικειμενικών συνθηκών» και των  «καθολικών ιστορικοκοινωνικών δυνάμεων», και ότι τίποτα το υποκειμενικό δεν τη βραχνιάζει. Γι’ αυτό και ο λόγος του υλιστικού ντετερμινισμού, θεμελιωμένος στο επιστημονικό πρότυπο του 19ου αιώνα, βρίθει από λέξεις όπως «μηχανισμοί», «απαράβατοι νόμοι εξέλιξης», «απόλυτη αναγκαιότητα», «αντικειμενικές συνθήκες», «παραγωγικές δυνάμεις», «ανεξάρτητες υποδομές», «κοινωνικά σύνολα», «καθορισμένες συνθήκες», «καθορισμένα άτομα», κ.λπ., που δίνουν αυτή την εντύπωση «αντικειμενικής γνώσης». Γι’ αυτό άλλωστε φλερτάρει διαρκώς και με τη λέξη επιστήμη, που ως γνωστόν σημαίνει «ίσταμαι επί», κοιτάζω τον κόσμο ολόκληρο από το λόφο του Αιγάλεω και αποφαίνομαι χωρίς να βρωμιστώ από τις ευτελείς δοσοληψίες και διαμάχες που συμβαίνουν κάτω στον Πειραιά, στα Καμίνια.

Η επιστήμη βεβαίως δικαιούται, ως ένα βαθμό, να σκέφτεται και να μιλάει κατ’ αυτό τον τρόπο αφού ο επιστήμονας μελετάει τον φυσικό κόσμο στον οποίον δεν μετέχει όπως μετέχει στον ταπεινό ανθρώπινο κόσμο. Πράγματι, αν και οι επιστήμονες ακόμα διαπληκτίζονται μεταξύ τους για τα ηλεκτρόνια, ωστόσο δεν ακούστηκε να διαπληκτίζονται με τα ηλεκτρόνια, ούτε και να έχουν πάρει ενεργά μέρος στην 5η Διαγαλαξιακή Συνδιάσκεψη των  Μορίων Ενεργού Άνθρακα[7].

Μπορεί όμως να δικαιούται κάτι τέτοιο κάποιος που σκέφτεται και μιλάει για την ανθρώπινη κοινωνία, της οποίας και ο ίδιος αποτελεί κομμάτι, πολύ δε περισσότερο για ένα ιστορικό κίνημα μέσα σε αυτήν, στο οποίο συμμετέχει σαν κοινός θνητός; Όχι! Αν είναι κοινός θνητός, όπως ο Καρλ, ο Ζιλ ή ο Γιάννης, δεν δικαιούται.

Ο υλιστικός ντετερμινισμός στηρίζει λοιπόν την «αντικειμενικότητά» και την «επιστημοσύνη» του σε μια αυθαιρεσία. Ισχυρίζεται πως είναι η «αντικειμενική γνώση» μιας  ολόκληρης διαδικασίας, της διαδικασίας πραγμάτωσης του κομμουνισμού, που ωστόσο δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Και αν επρόκειτο για τη γνώση των  νόμων ενός μηχανισμού χωρίς παράγοντες απροσδιοριστίας, δηλαδή χωρίς ρήξεις και ασυνέχειες, έστω… Είναι όμως τέτοιου είδους «μηχανισμός» η ζωντανή ανθρώπινη ιστορία; Κυρίως: είναι τέτοιου είδους «μηχανισμός» ο κομμουνισμός, που υποτίθεται ότι θεμελιώνεται ακριβώς πάνω στη ρήξη και την ιστορική ασυνέχεια σε σχέση μάλιστα με ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία, την οποία γι’ αυτό ακριβώς ο Μαρξ αποκαλούσε «προϊστορία»;

Έπιπλέον, ο υλιστικός ντετερμινισμός ισχυρίζεται ότι γνωρίζει κάτι, δηλαδή σκέφτεται κάτι (τις «παραγωγικές δυνάμεις», τις «καθορισμένες παραγωγικές σχέσεις», κ.λπ.) που, αν και κοινωνικό, υποτίθεται πως είναι ανεξάρτητο από τη σκέψη! Πώς λοιπόν κατορθώνει και το μετατρέπει σε σκέψη, κι από ‘κει σε βιβλία, μπροσούρες και πάει λέγοντας;

Αυτό θα ήταν ίσως θεμιτό εάν οι ιστορικοί υλιστές ήταν οπαδοί του … Καντ και της ιδέας του «πράγματος καθ’ εαυτό», που είναι ανεξάρτητο απο τη σκέψη[8]. Θα ήταν επίσης σχετικά θεμιτό αν αντικείμενο του ιστορικού υλισμού ήταν π.χ. τα ηλεκτρόνια και οι φυσικοί νόμοι. Δεν είναι όμως θεμιτό όταν το αντικείμενο αυτής της θεωρίας είναι η κοινωνία, η κοινωνική εξέλιξη και η πραγμάτωση του κομμουνισμού, δηλαδή κάτι που δεν εμπίπτει στους «φυσικούς νόμους» και στη σιωπή των  ηλεκτρονίων, ούτε του απροσπέλαστου «πράγματος καθ’ εαυτό», αλλά ανήκει κατ’ εξοχήν στην περιοχή του ανθρώπινου, άρα του λόγου.

Το τέχνασμα του υλιστικού ντετερμινισμού για να λύσει αυτό το πρόβλημα, είναι το εξής: «Μιλώ για τις οικονομικές και αναγκαίες πλευρές της κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή για ένα μηχανισμό. Όλοι βέβαια γνωρίζουμε πως μπορούμε να περιγράψουμε ένα μηχανισμό! Πού είμαι αυθαίρετος λοιπόν;».

Η αυθαιρεσία βρίσκεται στην κεντρική ιδέα του υλιστικού ντετερμινισμού, στην ιδέα ότι η ιστορία είναι κάτι σαν τρακτέρ, ή Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Έστω κι αν υποθέσει κανείς πως ο υλιστικός ντετερμινισμός φωτίζει τις οικονομικές και αναγκαίες πλευρές της κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή τις μηχανικές πλευρές της (που πράγματι υπάρχουν!), δεν θα πρέπει να ξεχνά οτι, ήδη κατά τον Μαρξ, αυτό που τις κάνει «οικονομικές και αναγκαίες» (δηλαδή ανεξάρτητες από τη συνείδηση και τη σκέψη, ανεξάρτητες από το λόγο) υπάρχει μόνο στο μέτρο που «οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία αλλά όχι ελεύθερα [επειδή] η συλλογική δράση τους δεν είναι θελημένη αλλά φυσική [και δεν τούς εμφανίζεται] σαν η δική τους, συνεταιρισμένη δύναμη αλλά σαν μια ξένη δύναμη, εξωτερική από αυτούς τούς ίδιους» (Η Γερμανική ιδεολογία).

Επιπλέον, έστω κι αν υποθέσει κανείς, όπως εδώ ο Μαρξ, πως αυτή η αλλοτρίωση οφείλεται στο ότι η συλλογική δράση των  ανθρώπων είναι φυσική -- και όχι στο ότι γίνεται «φυσική» άπαξ κι έχει ξεφύγει από το συνειδητό τους έλεγχο, δηλαδή άπαξ και το υποκείμενο δεν συναντιέται με το αντικείμενο --, ακόμα κι έτσι είναι αυθαίρετος ο ισχυρισμός ότι μπορούμε να φωτίσουμε τον κομμουνισμό ως κίνημα εστιάζοντας μόνο σ’ αυτές τις ά-λογες, μηχανικές πλευρές της ανθρώπινης εξέλιξης. Διότι αν το κομμουνιστικό κίνημα αποσκοπεί στην κατάργηση αυτής της αλλοτρίωσης, τότε προφανώς δεν ριζώνει στη φυσική-μηχανική δράση αλλά στη θελημένη, ελεύθερη και συνειδητή συλλογική δράση και σε όλες τις ιστορικές της εκδηλώσεις, από το απώτατο παρελθόν έως σήμερα. Οπότε, η δυναμική του δεν μπορεί να φωτιστεί «ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται όσοι μετέχουν στους αγώνες»!

Η ίδια η κριτική ενασχόληση του Ντωβέ με το τι είπαν κι έγραψαν λ.χ. ο Μαρξ, οι «υπεραριστεροί», ο Λένιν, ο Πάνεκουκ ή ο Ντεμπόρ, το αποδεικνύει: οι σκέψεις και τα λόγια των  ανθρώπων παίζουν σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές εξελίξεις και γι’ αυτό αξίζει ν’ ασχολούμαστε, εκτός απο την … αστρονομική μελέτη των  «αντικειμενικών συνθηκών», και με αυτά! Μπορεί βεβαίως να υποστηρίξει κανείς ότι οι σκέψεις, ή κάποιου είδους σκέψεις, διαστρεβλώνουν ή «ιδεολογικοποιούν» την πραγματικότητα. Πράγματι, μπορεί. Αν όμως δέχεται κανείς οτι, έστω κι έτσι, την επηρεάζουν τόσο ώστε να πρέπει να τούς γίνει κριτική, τότε δεν μπορεί να υποστηρίζει πως ο κομμουνισμός έρχεται «ανεξάρτητα» από τη σκέψη των  ανθρώπων! Μπορεί να πει κανείς πως ο κομμουνισμός έρχεται σε συνάρτηση με τις «σωστές», μη-ιδεολογικοποιημένες σκέψεις… Έστω. Αλλά αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από το «ανεξαρτήτως του τι σκέφτονται» οι άνθρωποι.
…κι ένας κίνδυνος.

Πέρα από τη λογική αυθαιρεσία όμως, υπάρχει εδώ ένας ακόμα κίνδυνος που θέλει μεν ν’ αποφύγει ο Ντωβέ αλλά ωστόσο είναι άμεσα συνδεδεμένος με τον ιστορικό-υλιστικό ντετερμινισμό. Ο κίνδυνος της αυθαίρετης αντιπροσώπευσης.

Οι υλιστές ντετερμινιστές ισχυρίζονται πως αυτά που σκέφτονται, λένε ή γράφουν αποτελούν μια «σωστή» και μη-ιδεολογική σκέψη πάνω στην αντικειμενική πραγματικότητα, και γι’ αυτό ακριβώς χαρακτηρίζουν συλλήβδην τούς όποιους αντιπάλους τους σαν «υποκειμενιστές», «βολονταριστές» και «ιδεαλιστές». Τι  σημαίνει όμως στην πράξη όταν κάποιοι, που δεν ασχολούνται με τα ηλεκτρόνια ή το D.N.A. αλλά με κάποιο ζωντανό κοινωνικό κίνημα, ισχυρίζονται πως αυτά που σκέφτονται, λένε ή γράφουν δεν απηχούν υποθέσεις και εκτιμήσεις τους, αλλά είναι σκέψη, φωνή και γραφή κάποιων καθολικών κι απρόσωπων αντικειμενικών δυνάμεων που καθορίζουν αυτό το κίνημα απ’ αρχής έως τέλους και είναι «ανεξάρτητες» από το τι σκέφτονται οι απλοί θνητοί;

Το τέχνασμα είναι λεπτό και το γλύστρημα εύκολο. Σάς μεταφέρω ένα διδακτικό διάλογο που έτυχε να κρυφακούσω πριν ενάμιση αιώνα. «Αυτό που λέω, η θεωρία μου, βάζει σε λόγια ά-λογες δυνάμεις, δυνάμεις που είναι ανεξάρτητες από αυτό που σκεφτόσαστε». Δηλαδή; «Αυτό που λέω αντιπροσωπεύει ενώπιόν σας το …επίπεδο ανάπτυξης των  παραγωγικών δυνάμεων και το μηχανισμό του κινήματος, που είναι ανεξάρτητα από το τι σκεφτόσαστε». Οπότε; «Η θεωρία μου, δηλαδή η αλήθεια της, είναι ανεξάρτητη από αυτό που σκέφτεστε!». Ερώτηση: «Πώς το ξέρουμε αφού οι παραγωγικές δυνάμεις και ο μηχανισμός του κινήματος δεν έχουν στόμα να το επιβεβαιώσουν και χέρια για να προσυπογράψουν αυτό που λες για λογαριασμό τους;». Απάντηση: «Δηλαδή δεν μού έχετε εμπιστοσύνη; Εγώ βρε για το καλό σας, για να σάς ανοίξω τα μάτια ρε στραβάδια φωτίζω αυτές τις μουγγές δυνάμεις και τούς κουλούς μηχανισμούς!». Ερώτηση: «Εεε… δεν είναι ότι δεν σού έχουμε εμπιστοσύνη, καλό παιδί φαίνεσαι, καλοπροαίρετος άνθρωπος, αλλά τι θα έλεγες και για καμμιά απόδειξη; Για να το συζητήσουμε ρε συ!». Απάντηση: «Ααα! Δεν τρώγεστε! Απόδειξη γυρεύετε; Ε, περιμένετε και θα την πάρετε από την Ιστορία!». Ερώτηση: «Μα περιμένουμε ήδη καμμιά διακοσαριά χρόνια. Δεν γίνεται κάτι πιο γρήγορο;». Απάντηση: «Αδιόρθωτοι υποκειμενιστές! Εδώ σάς κατεβάζω ολάκερη την επιστήμη της ιστορίας κι εσείς το τροπάρι σας!».

Επιστήμη της ιστορίας ή επιστημονισμός; Οι κανονικοί επιστήμονες δεν περιμένουν διακόσια χρόνια μέχρι να επαληθευτεί η όποια θεωρία τους. Βάζουν συγκεκριμένα και περιορισμένα χρονικά όρια επαλήθευσής της× κι αν δεν υπάρξει επαλήθευση μέσα σε αυτά, τότε αναθεωρούν τη θεωρία τους. Εντάξει, είναι κομμάτι δύσκολο να κατηγορήσεις τα ηλεκτρόνια για υποκειμενισμό οπότε τα ρίχνεις στον εαυτό σου. Αλλά αυτό είναι επιστήμη. Ο ιστορικός υλισμός όμως υποστηρίζει πως οι βασικές θεωρητικές παραδοχές του, η θεωρία του, είναι επί της ουσίας σωστή (κι αλοίμονο σ’ όποιον το αμφισβητήσει) πριν καν επαληθευτεί από την ιστορία! Ούτε μπαίνει καθόλου στον κόπο να θέσει κάποια συγκεκριμένα και περιορισμένα χρονικά όρια επαλήθευσης ή διάψευσής της, να πει λ.χ. «με βάση την ερμηνεία μου του επίπεδου ανάπτυξης των  παραγωγικών δυνάμεων και του μηχανισμού του κινήματος, ο κομμουνισμός θα πραγματωθεί γύρω στον Απρίλιο του 2003, ημέρα Πέμπτη και ώρα 22.48΄ περίπου»! Κατά τα άλλα, εγώ είμαι ιδεαλιστής νεροκουβαλητής στο μύλο του φιλελεθευθερισμού και τα τοιαύτα…

Ο υλιστικός ντετερμινισμός είναι επιστημονισμός, είναι επιστημονιστική παρέκλιση της κοινωνικής θεωρίας, όπου οι ελπίδες, οι προσδοκίες, η θέληση κι ένα σωρό άλλοι υποκειμενισμοί ντύνονται τη χλαμύδα του «αντικειμενισμού» και της «αντικειμενικής γνώσης».

Αυτή η επιστημονιστική παρέκλιση της κοινωνικής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια της δεν εξαρτάται από το ίδιο το κίνημα, τούς αγώνες, τις συζητήσεις, τη δημόσια διαμάχη, αλλά από μια «αντικειμενική γνώση» διαφόρων «επιπέδων» και «μηχανισμών», μπορεί να ήταν κατανοητή πριν από διακόσια χρόνια, όταν ακόμα τα γρανάζια των  εν λόγω μηχανισμών δεν έτριζαν εκκωφαντικά όπως σήμερα.

Μπορεί ακόμα να ήταν κατανοητή, πριν δυό αιώνες, η επίσης επιστημονιστική παρέκλιση του Ντωβέ σχετικά με τη μετάδοση της γνώσης, σύμφωνα με την οποία “αυτό που πρέπει να δείξει κανείς είναι μόνο το τι θα αναγκαστούν να κάνουν [οι αγώνες]” (σελ. 51, η υπογράμμιση του  Ντ.). Έστω, αν και έχω μια ερώτηση εδώ: από πού θα τούς το δείξει αυτός ο “κανείς”; Δεν είναι και ο ίδιος ένας από εκείνους που “θα αναγκαστούν να κάνουν” αυτό το κάτι; Είναι. Τότε πώς αυτός το ξέρει και οι υπόλοιποι δεν το ξέρουν ώστε να τούς το δείξει; Έλαβε καμμία επιφώτιση; Έχει περισσότερο χρόνο από τούς υπόλοιπους για μελέτη των  μηχανισμών του κινήματος; Τα παίρνει πιο εύκολα τα γράμματα; Είναι μήπως πιο αγωνιστής από τούς υπόλοιπους; Ποιός είσαι ρε μεγάλε;

Σοβαρά. Αυτά ήταν κατανοητά πριν από δύο αιώνες που, μαζί με τη λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση, κυριαρχούσε το αστικό μηχανιστικό επιστημονικό μοντέλο γοητεύοντας ακόμα και τούς εχθρούς της αστικής τάξης. Σήμερα όμως, έπειτα από δύο αιώνες που έφεραν την εργατική τάξη να αντιπροσωπεύεται μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να αγνοώ τις επιπτώσεις έχει  που ο κοινωνικός επιστημονισμός πέρα από τις όποιες καλές προθέσεις. Δεν μπορώ να αγνοώ το γεγονός οτι, μέσ’ από αυτή τη σύλληψη, επιβάλλοντάς την δεσποτικά και αποφεύγοντας ακόμα και τις … «αστικοδημοκρατικές» ψηφοφορίες-τζιζ (είπαμε: δημοκρατία=φτου κακά), αυτοαναδείχτηκαν όλοι οι πεφωτισμένοι άρχοντες του προλεταριάτου. Διότι, από τον Κάουτσκυ και τον Λένιν ώς τον Μάο και τον Πολ Ποτ, όλοι οι καλοί υλιστές ντετερμινιστές ισχυρίστηκαν πως τα λεγόμενα και τα γραπτά τους δεν ήταν «υποκειμενισμοί», αλλά αντιπροσώπευαν το «επίπεδο ανάπτυξης των  παραγωγικών δυνάμεων», τούς «μηχανισμούς των  αγώνων» και συνεπώς το «προλεταριάτο».

Με άλλα λόγια, σήμερα δεν είναι πλέον δυνατόν ν’ ακούω χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις ένα λόγο που, όπως ο υλιστικός ντετερμινιστικός,  ισχυρίζεται – χωρίς μάλιστα να διαθέτει καμμιά πραγματική εξουσιοδότηση από το κοινωνικό κίνημα – ότι γνωρίζει κι ερμηνεύει αντικειμενικά και πιστά τα «κοινωνικά σύνολα», τούς «μηχανισμούς των  αγώνων» και τα «επίπεδα παραγωγικών δυνάμεων». Δεν μπορώ να μην είμαι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στους υλιστές ειδήμονες της «επιστήμης της ιστορίας» και των  εξελικτικών «νόμων» της, που ισχυρίζονται πως ξέρουν τι θα γίνει ανεξαρτήτως του τι σκεφτόμαστε εμείς οι υποδέλοιποι.

Για να μην ξαναπαρεξηγηθώ (λες και δεν θα παρεξηγηθώ!). Αυτό που λέω δεν σημαίνει πως δεν μπορεί κανείς ή δεν πρέπει να διατυπώσει μια «γενική θεωρία». Σημαίνει πως μπορούμε και πρέπει να διατυπώσουμε μια γενική θεωρία, η οποία όμως δεν θα προεξοφλεί τις συζητήσεις ισχυριζόμενη ότι γνωρίζει όλο το «μηχανισμό» της Ιστορίας, από τα μπουζί της έως την εξάτμιση.

Μπορούμε να διατυπώσουμε μια εντελώς άλλου είδους γενική θεωρία, μια θεωρλία που (αντίθετα από τον υλιστικό ντετερμινισμό) δεν θα εξοστρακίζει τη σκέψη και το λόγο από την κοινωνική εξέλιξη× που θα δείχνει ότι το περιεχόμενο και η μορφή που παίρνει κάθε φορά η κοινωνία δεν είναι «ανεξάρτητο του τι σκέφτονται» οι άνθρωποι, αλλά εξαρτάται άμεσα και καθοριστικά από τη δημόσια διαμάχη και τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται.

Μπορούμε δηλαδή να διατυπώσουμε μια γενική θεωρία της δημόσιας διαμάχης δηλαδή του πραγματικού πεδίου όπου η σκέψη συναντάει την πραγματικότητα και αντίστροφα --, και όχι μια θεωρία που, όπως η υλιστική ντετερμινιστική, την εξοστρακίζει δίνοντας τον καθοριστικό ρόλο σε δυνάμεις ανεξάρτητες του τι σκέφτονται οι άνθρωποι.

Ασφαλώς, η αυθαίρετη αυτό-ανάδειξη σε αντιπρόσωπο του προλεταριάτου δεν είναι καθόλου μέσα στις προθέσεις και τους στόχους του Ντωβέ. Είναι δεδομένο οτι, στο επίπεδο των  καλών προθέσεων τουλάχιστον, την αντιμάχεται. Όμως, όταν υιοθετεί τον τρόπο σκέψης και την ορολογία του ντετερμινιστικού αντικειμενισμού, τότε υπονομεύει τις καλές προθέσεις του και αντιφάσκει με την θεώρηση του κομμουνισμού ως απελευθερωτικού κινήματος.

Από αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση πηγάζουν μια σειρά από αντιφάσεις του Ντωβέ, που αφορούν τόσο στη σύλληψή του του «ιστορικού υποκειμένου» όσο και στη δράση των  κομμουνιστών, της οποίας αρνείται την πολιτική διάσταση.

[…]


(όποιος ενδιαφέρεται να διαβάσει ολόκληρο το πολυσέλιδο αυτό σχόλιο, 
μπορεί να το ζητήσει με e-mail στους dangerfew@gmail.com)







[1] Θ’ ακολουθήσω εδώ τον Ντωβέ στην επιθυμία του να επανακαθορίσει τον όρο «κομμουνισμός», έστω κι αν αυτός ο όρος καθεαυτός δεν με ικανοποιεί καθόλου. Το βιβλίο του επεκτείνεται σε πολλά θέματα, οπότε αυτό εδώ το σχόλιό μου δεν το εξαντλεί. Προσπάθησα να επικεντρωθώ στο κυρίως σκεπτικό του Ντωβέ, στην οπτική γωνία από τη οποία βλέπει τα πράγματα σε τούτο το βιβλίο του.
[2] Βλ. Καρλ Κορς, «Η στάση του Μαρξ στην ευρωπαϊκή επανάσταση του 1848», στο Γιατί είμαι μαρξιστής, εκδόσεις Ύψιλον.
[3] Οι Λετριστές και οι Καταστασιακοί λ.χ., που υποστήριζαν κάτι ανάλογο, είχαν προσπαθήσει να διακρίνουν πιο συγκεκριμένα αυτή την «άρνηση της ανταλλαγής» θεωρώντας την ως κατά κάποιον τρόπο αναζωογόννηση, σ’ ένα ανώτερο πλαίσιο, του «potlach». Έστω κι αν έκαναν λάθος νομίζοντας ότι το «πότλατς» ήταν «άρνηση της ανταλλαγής», ωστόσο έδωσαν μια σαφέστερη εικόνα της προοπτικής τους εδώ –πράγμα που, αντίθετα απο την ασάφεια του Ντωβέ, βοηθάει την έρευνα, τη συζήτηση και κυρίως τη συγκεκριμενοποίηση.
[4] Αιτιοκρατία (déterminisme):  Γενικά, η θεωρία κατά την οποία ο,τιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο γίνεται κατ’ απόλυτη ανάγκη και στη βάση της αιτιώδους συνάφειας. Ειδικά, η θεωρία που υποστηρίζει ότι η βούληση και η συνείδηση του ανθρώπου δεν είναι ελεύθερη αλλά καθορίζεται απο εσωτερικά ή εξωτερικά αίτια, που ανήκουν σε άλλη τάξη από τη βούληση ή τη συνείδηση. Αιτιοκρατικοί θεωρούνται οι αρχαίοι «ατομικοί» φιλόσοφοι (Λεύκιππος), ορισμένοι χριστιανοί όπως ο Αυγουστίνος και ο Καλβίνος, ο Σπινόζα, οι Χομπς, Χιούμ, Λόκ, κ.α. 
[5] Ο Όττο Ρύλε (1874-1943) αγωνίστηκε στις τάξεις της γερμανικής «υπεραριστεράς». Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδαγωγική και την ψυχανάλυση. Ενδεικτικά βιβλία του: Σοσιαλιστικό σχολικό πρόγραμμα (1921), Μονογραφία πάνω στην κατάσταση του παιδιού προλετάριου (1922), Το βασικό ζήτημα της εκπαίδευσης (1921), Εικονογραφημένη πολιτισμική και ηθική ιστορία του προλεταριάτου (1927).
[6] Αν παρατηρήσουμε ακόμα και τις πιο ενδόμυχες σκέψεις μας, θα δούμε ότι θεμελιώνονται διαρκώς σ’ ένα διάλογο∙ κι ακόμα, πως η πλευρά του άλλου «συζητητή» είναι ένα αξεδιάλυτο σύνολο ιδεών, γνωμών, απόψεων, εικόνων, φράσεων άλλων ανθρώπων. Οι διαμορφωμένες σκέψεις και πολύ περισσότερο οι θεωρίες (όπως αυτή του Ντωβέ λ.χ., ή η δική μου), είναι σαφώς προϊόντα διαλόγου – έστω και διαλόγου με νεκρούς διανοητές!
[7] Φυσικά, αυτή η ξέγνοιαστη επιστημονική «επιστασία» έληξε με την κβαντική φυσική και την αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, που απέδειξαν οτι, δυστυχώς, οι επιστήμονες διαπληκτίζονται και με τα ηλεκτρόνια.
[8] Όπως λ.χ. ο Λούτσιο Κολέτι, που στο Μαρξισμός και Χέγκελ επιχειρεί ν’ αποσυνδέσει τον Μαρξ απο τον Χέγκελ και να τον συνδέσει με τον Καντ. Πρακτικά ο Στάλιν, ένθερμος «καντιανός», τα κατάφερε καλύτερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Follow by Email

Ταγοί (ήτοι οδηγοί, αγγλ. tags)

1000 ρέγγες 1789 1864 190cm 1917 1929 1940 1955 1957 1965 1968 2008 2013 2014 3/45 Ά. Γιάπε/A.Jappe Α. Καγιέ/A. Caillé Α. Καμύ/A. Camus Α. Κοζέβ/A. Kojève Α. Σοπενχάουερ/A. Schopenhauer Ά. Σπέερ/A. Speer Ά. Τιούρινγκ/A. Turing αγάπη Αισχύλος Άκης Πάνου Αλ. Μπέρκμαν/Al. Berkman Αλ. Σμέμαν/Al. Schmeman Αλέκα Παπαρήγα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος Τομπάζης Αλεξάντερ Τρόκκι/Alexander Trocchi Αλέξης Ασλάνογλου αλήθεια Αληthεια αλλοτρίωση Άλμπερτ Φίνεϊ/Albert Finney Αλταμίρα αμνησία Αναξίμανδρος αναρχισμός Ανδρέας Εμπειρίκος Ανδρέας Παπανδρέου ανθρώπινα πιράνχας ανθρωποποίηση Άννα Άρεντ/Hannah Arendt Άννα Κρούγκερ/Ann Krueger Ανρί Λεφέβρ/Henri Lefebre Ανρί Μισώ/Henry Michaux Ανρί Ντεμπριγιώ/Henry Debrillaut Άνταμ Κέρτις/A. Curtis Άνταμ Σμιθ/Adam Smith Αντίνοος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ Αντρέ Κερτέζ/André Kertész Αντρέ Ορλεάν/André Orléan Άντυ Γουώρχολ.Andy Warhol Άντυ Γουώρχολ/Andy Warhol Αντώνης Κουτρουμπής Αποκάλυψη Ιωάννου Απόστολος Παύλος Άρβο Περτ/Arvo Pärt Αργυριάδης Άρης Κωνσταντινίδης Άρθουρ Λένινγκ/Arthur Lehning Άρθουρ Τζένσεν/Arthur Jensen Αριστερά Αριστοτέλης Αρμαγεδώνας Άσγκερ Γιόρν/Asger Jorn Ασφαλιστικό Άυν Ραντ/Ayn Rand Β. Γκ. Ζέμπαλντ/W.G. Sebald Βαβυλώνα Βαγγέλης Αρτέμης Βαλεντίν Βολόσινοφ/Valentin Voloshinov Βάλτερ Μπένγιαμιν/Walter Benjamin Βανς Πάκαρντ/Vance Packard Βασίλης Ηλιακόπουλος Βασίλης Καραποστόλης Βενσάν Ντεκόμπ/Vincent Descombes Βέρνερ Χέρτσογκ/Werner Herzog Βερολίνο βία Βιετνάμ Βίκτορ Μπούλλα/Victor Bulla Βικτόρ Σερζ/Victor Serge Βίκτορ Σκλόφκσι/Victor Chklovski Βίκτορ Φρανκλ/Victor Frankl Βίκτωρ Ουγκώ/Vicror Hugo Βίλεμ Φλούσερ/Vilem Flusser Βίνσεντ Μπράουν/Vincent Browne βιοτεχνολογία βοηθήματα μνήμης Βολταίρος Βομβάη Βόρειοι Γ. Γκ. Φίχτε/ J. G. Fichte Γ. Τζέης/W. James Γαλαρίες Γένεσις Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος Γιάννης Γρηγοριάδης Γιάννης Ισιδώρου Γιάννης Κάτρης Γιάννης Πεδιώτης Γιάννης Ρίτσος Γιάννης Σκαρίμπας Γιάννης Τσέγκος Γιεβγκένι Ζαμιάτιν/Yevgeny Zamyatin Γιόζεφ Ντίτζγκεν/Josef Dietzgen γιορτή Γιούργκεν Χάμπερμας/Jurgen Habermas Γιόχαν Γκριμονπρέ/Johan Grimonprez Γιόχαν Χάιζινχα/Johan Huizinga Γιώργος Γαϊτάνος Γιώργος Δάβος Γιώργος Μακρής Γιώργος Σεφέρης Γιώργος Χαντζής Γκ. Κ. Τσέστερτον/G.K. Chesterton Γκ. Λούκατς/G. Lukacs Γκέοργκ Βύχνερ/Georg Büchner Γκεοργκ Ζίμελ/Georg Simmel Γκεόρκι Λούκατς/Georgy LuKacs Γκετζ Άλυ/Gotz Aly Γκι Αμπέιγ/Guy Abeille Γκιόργκι Λίγκετι/György Ligeti Γκυ Ντεμπόρ/Guy Debord Γκύντερ Άντερς/Günther Anders Γουάλας Στήβενς/Wallace Stevens Γουδή Γουίλιαμ Ήγγλετον/William Eggleton Γουίλιαμ Μπάροους/William Burroughs Γουίλιαμ Σαίξπηρ/William Shakespear Γούντι Άλλεν/Woody Allen Γρηγόρης Βαλτινός Δανία του Βορρά Δανία του Νότου δάσκαλοι Δελφοί Δημήτρης Δημητριάδης Δημήτρης Καραγιάννης Δημήτρις Βεργέτης δημιουργικότητα δικαιοσύνη ΔΝΤΟΟΣΑΤΡΟϊΚΑΘΕΣΜΟΙ δόγμα Τρούμαν δοκιμασίες Δουβλίνο Ε. Βιλ/E. Will Ε.Ε. Κάμινγκς/E.E. Cummings Ε.Χ. Γονατάς εγωπαθείς διανοούμενοι εικονική δημόσια σφαίρα εικονογραφημένα κείμενα εκλογές εκπομπές Έλεν Κέλλερ/Helen Keller Ελένη Μπέλλου Ελευθερία Ελευθεριακός Ελίας Κανέττι/Elias Canetti Ελίζαμπεθ Άνσκομπ/E. Anscombe Εμίλ Ντυρκέμ/Emile Durkheim Εμίλ Σιοράν/Emil Cioran Έμιλυ Ντίκινσον/Emily Dickinson Εμμανουήλ Ζάχος Παπαζαχαρίου Εμμανουήλ Λεβινάς/Emmanuel Levinas Εμμανουήλ Μουνιέ/Emmanuel Mounier Έντγκαρ Λη Μάστερς / Edgar Lee Masters εξατομίκευση εξέγερση εξουσία επανάσταση επαναστατικός χαρτοπολτός Επενδυτικό περιβάλλον επιβίωση επιστήμη Έρασμος εργασία ερείπια Έρικ Χομπσμπάουμ/Eric Hobsbawm Έρνεστ Γκέλνερ/Ernest Gellner Ερνστ Γιούνγκερ/Ernst Junger Ερνστ Κασσίρερ/Ernst Cassirer Έρνστ Μπλοχ/Ernst Bloch Ερυθρογράφος Ετιέν ντε λα Μποεσί/E. de la Boetie Ευγένιος Αρανίτσης Ευγένιος Ενρικέζ/Eugène Enriquez ευθύνη ευρωπαϊκή προοπτική ευτυχία Ζ. Νταβί/G. Davy Ζ.Π. Βερνάν/J.P. Vernant Ζακ Ελλύλ/Jacques Ellul Ζακ Λακάν/Jacques Lacan Ζακ Μπουβερές/Jacques Bouveresse Ζακ Ντεριντά/Jacques Derrida Ζακ Πρεβέρ/Jacques Prévert Ζακ Σαπίρ/Jacques Sapir Ζαν Ιτάρ/Jean Itard Ζαν Λυκ Γκοντάρ/Jean Luc Godard Ζαν Μορώ/Jeanne Moreau Ζαν-Ζακ Ρουσσό/Jean-Jacques Rousseau Ζαν-Πιερ Βουαγιέ/Jean-Pierre Voyer Ζάχα Χαντίντ/Zaha Hadid Ζερμαίν Γκρηρ/Germaine Greer Ζήσης Κοτιώνης Ζήσης Σαρίκας Ζίγκμουντ Μπάουμαν/Zygmunt Bauman Ζιλ Ντελέζ/Gilles Deleuze Ζιλ Ντωβέ/Gilles Dauvé Ζορ Βον/Zohr Vaughan Ζορζ Μπατάιγ/Georges Bataille ζωή Η Διεθνής ηθική Θ. Ρόσζακ/Th. Roszak Θανάσης Σβώλος Θάτσερ/Ρήγκαν θέαμα Θένια Κουτρουμπή Θεός Θεοφάνης Μελάς Θίοντορ Αντόρνο/Theodor Adorno θλίψη Θόδωρος Ζιάκας Θουκυδίδης Ίαν Χάκινγκ/Ian Hacking Ιβάν Παβλόφ/Ivan Pavlov Ιβάν Τοθργκένιεφ/I. Tourgueniev Ίγγα Κρεστενσεν/Inger Christensen Ιγνάτιος Λογιόλα ιδεολογία ιδρύματα τέχνης ικέτες και ξένιοι Ιράν Ισαάκ Μπ. Σίνγκερ/Isaac B. Singer Ισπαχάν ιστορία ισχύς Ιχάμπ Χασσάν/Ihab Hassan Ιωάννα Τσιβάκου Κ.Π. Καβάφης Κ.Σ. Λιούις/C.S. Lewis Καβαλκάντι/Cavalcanti Κάθλην Ράιν/Kathleen Raine Καλκούτα καλλιτέχνες Καλοκαίρι Καλούμενος Καντ κάπο Καραμανλής Κάρελ Φουνκ/Karel Funk Κάρεν Κίλιμνικ/Karen Kilimnik Καρλ Κορς/Karl Korsch Καρλ Κράους/Karl Kraus Καρλ Μαρξ/Karl Marx Καρλ Πολάνυι/Karl Polanyi Καρλ Χέκερ/Karl Hocker Καρλομάγνος Καρτέσιος/Descartes καταναλωτικοπαραγωγισμός καταστασιακοί/situationnistes καταστροφή Κατερίνα Ηλιοπούλου Κέβιν Κέλι/Kevin Kelly Κένεθ Γκέργκεν/Kenneth Gergen κενό Κιουσόπουλος Κλάους Κάρστενσον/Claus Carstensen Κλοντ Λεβί Στρώς/Claude Levy Strauss κοινωνιοποίηση Κομμούνα κομμουνισμός Κονγκό Κόνσταντ/Constant Niewenhuys Κορέα Κορνήλιος Καστοριάδης Κορνήλιος/Corneille κορπορατισμός Κουρτ Βάιλ/Kurt Weil Κουρτ Σβίττερς/Kurt Schwitters κράτος κρίσεις πανικού κρίση κρισολογία Κριστιάν Ντελακαμπάιν/Christiane Delacampaigne Κριστίν Λαγκάρντ Κρίστοφερ Λας/Ch. Lash Κροστάνδη κυριαρχία Κωνσταντίνος Ματσούκας Κωνσταντίνος Μίχος Κώστας Βάρναλης Κώστας Δεσποινιάδης Κώστας Κολημένος Κώστας Παπαϊωάννου Κωστής Βελόνης Κωστής Παπαγιώργης Λ. Βαλράς/L. Walras λαβύρινθος Λάζαρος Αρσενίου Λάκι Λουτσιάνο/Lucky Luciano Λάμπρος Κωνσταντάρας Λάο Τσε Λένιν Λεόν Βαλράς/Léon Walras Λέον Τρότσκι Λέσχη της Ρώμης Λέσχη Φιλελεύθερης Ανάγνωσης Λέων Σεστώφ/Lev Shestov Λίντον Τζόνσον/Lyndon Johnson Λιούις Μάμφορντ/Lewis Mumford Λισιέν Μαλζόν/Lucien Malson λογική λογοκρισία Λόγος λογοτεχνία Λονδίνο Λόρδος Μπάϋρον/Lord Byron Λουί Αλτουσέρ/Louis Althusser Λουί Ντυμόν/Louis Dumont Λουίς Μπουνιουέλ/Louis Bunuel Λούντβιχ Βιτγκενστάιν/Ludwig Wittgenstein Λουσίντα και Ντέιβις Μάτλοκ Λυγκέας Λωτρεαμόν Μ. Ντριούρι/M. Drury Μ. Μπένετ/M. Bennet Μαγιακόφκι/Mayakovski μαγιονέζα μαθητές Μάικ Κέλυ/Mike Kelley Μάικλ Χάρντ/Michael Hardt Μάιλς Ντέιβις/Miles Davis Μάλκολμ Λόουρι/Malcolm Lowry Μάλκολμ Χ μανιφέστα Μανόλης Λαμπρίδης Μανώλης Αναγνωστάκης Μαξ Βέμπερ/Max Weber Μαξ Ήστμαν/Max Eastman Μάπετς Μάρθα Γκέλχορν/Martha Gellhorn Μαρί ντε Ενζέλ/Marie de Hennezel Μαρίνα Τσβετάγιεβα/Marina Tsvetaeva μαρξιστές-λενινιστές Μαρσαλ Σάλινς/Marshall Sahlins Μαρσέλ Μαριέν/Marcel Mariën Μαρσέλ Μως/Marcel Mauss Μαρσέλ Ντυσάν/Marcel Duchamp Μάρτζορυ Πέρλοφ/Marjorie Perloff Μάρτιν Μπούμπερ/Martin Buber Μάρτιν Χάϊντεγγερ/Martin Heidegger μελαγχολία Μεσαίωνας μεταμοντέρνο μεταμορφωτική δύναμη μετανάστευση μηδέν μηδενισμός Μηνάς Εμμανουήλ Μίκαελ Λέβι/Michael Loewy Μικελάντζελο Αντονιόνι/Michelangelo Antonioni μικροαστισμός Μίλτον Φρίντμαν/Milton Friedmann Μίλτος Σαχτούρης Μιράντα Τερζοπούλου μισαλλοδοξία Μισέλ Αλιετά/Michel Aglietta Μισέλ Ουελμπέκ/Michel Houellebecq Μισέλ Σερ/Michel Serres Μισέλ Τουρνιέ/Michel Tournier Μισέλ Φουκώ/Michel Foucault μισθωτοί σκλάβοι Μιχαήλ Μπακούνιν/Michail Bakunin Μιχαήλ Μπαχτίν/Mikhael Bachtine ΜΜΕ Μόμπυ Ντικ Μουσείο Ακρόπολης μουσική Μπ. Μάντεβιλ/B. Mandeville Μπάρυ Άνσγουωρθ/Barry Unsworth Μπάτσης Μπέλα Ταρ/Bela Tarr Μπερνάρντο Σοάρες/Bernardo Soares Μπέρτολντ Μπρεχτ/Bertold Brecht Μπιενάλε Μπίφο Μπεράρντι/Bifo Berardi Μπουκανιέρος Μπραντ Μπγιόρκ/Brant Bjork Μπρέτον Γουντς Μπρους Σπρίνγκστιν/Bruce Springsteen Μωρίς Μερλώ-Ποντύ/Maurice Merleau-Ponty Ν.Γ. Πεντζίκης ναζιστοφασισμός Νασρεντίν Χότζας ναυαγοί νεοφιλελευθερισμός Νικ Κέιβ/Nick Cave Νικολό Μακιαβέλλι Νίκος Εγγονόπουλος Νίκος Ζαχαριάδης Νίκος Καρούζος Νίκος Μπελογιάννης Νίκος Σκοπλάκης Νίκος Buccanier Κούρκουλος Νόαμ Τσόμσκι/Noam Chomsky Νόρμπερτ Ελίας/Norbert Elias Νούτσιο Όρντινε/Nuccio Ordine Νταβός νταντά Ντέιβιντ Λυντς/David Lynch Ντέιβιντ Μπομ/David Bohm Ντέιβιντ Ρικάρντο/David Ricardo Ντέιβιντ Χιούμ/David Hume Ντιμίτρι Πρίγκοφ Ντιτρόιτ Ντον Ντελίλο/Don Delillo Ντόναλντ Γουίνικοτ/Donald Winnicott Ντονέλα Μήντοους/Donella Meadows Ξενοδοχείο των Ξένων Ξενοφών ξεψάρωμα Ο κήπος Ο Μικρός Πρίγκηπας Οδύσσεια οικονομία Οκτάβιο Πας/Octavio Paz Όλγα Γερογιαννάκη ολιγαρχία ολοκληρωτισμός ομιλίες Ορφέας Απέργης Όσκαρ Ουάιλντ/Oskar Wilde Ουίσταν Ώντεν/Wystan Auden Π. Κονδύλης Π.Μ.Σ. Χάκερ/P.M.S. Hacker παιδεία παιχνίδι Παναγιώτης Κονδύλης πανοπτικόν πανσέληνος Παπάγος παράδοση παραλήρημα παραπληροφόρηση Πασκάλ Ενγέλ/Pascal Engel Πάσχος Μανδραβέλης Πέδρο Ματέρο πένθος Πέπη Ρηγοπούλου Πέτρος Αρτάνης Πέτρος Παπαθανασίου Πήτερ Γκητς/P.T. Geach Πήτερ Μπρουκ/Peter Brook Πήτερ Ουότκινς/Peter Watkins Πιέρ Κλαστρ/Pierre Clastres Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν/P.J. Proudhon πίστη Πίτερ Κρήφτ/Peter Kreeft Πλαστήρας Πλάτωνας Πλεύσις πλουραλισμός ποίηση Πολ Ρικέρ/Paul Ricoeur πολεμικά κείμενα πόλεμος πόλη πολιτική Ποτάμι προλεταριάτο Προμηθέας Δεσμώτης πρόοδος προπαγάνδα Πωλ Βαλερύ/Paul Valery Πωλ Βιριλιό/Paul Virilio Πωλ Ζοριόν/Paul Jorion Πωλ Ζωγραφάκης Πωλ Λαφάργκ/Paul Lafargue Ρ. Τζακομπι/R. Jacobi Ραούλ Βανεγκέμ/Raoul Vaneigem Ρέι Μπράντμπερι/Ray Bradbury Ρενέ Ζιράρ/René Girard Ρίνγκο Σταρ/Ringo Star Ρίτα Γκαβέρα Ρίτσαρντ Κόμπντεν/Richard Cobden Ρίτσαρντ Ρόρτι/Richard Rorty Ροβεσπιέρος Ροβινσώνας Κρούσος Ροζα Λουξεμπουργκ Ρόζα Λούξεμπουργκ/Rosa Luxembourg ρομαντισμός Ρομπέρ Αντέλμ/Robert Antelme Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα/Robert MacNamara Ρομπερτ Οπενχάϊμερ/Robert Oppenheimer Ρόμπερτ Φρανκ/Robert Frank Ρόμπερτ Χας/Robert Hass Ρούντι Σαιν Ζυστ/Saint Juste Σαρλ Μπωντλερ/Charles Baudeilaire Σαρλ Πεγκι/Charles Péguy Σαρλ Φουριέ/Ch. Fourier Σελίν/Céline Σεμπάστιαν Χάφνερ Σέρεν Κίρκεγκωρ/Soren Kierkegaard σθένος Σίγκμουντ Φρόιντ/Sigmund Freud Σιμόν Βέιλ/Simone Weil Σιμόν Λέις/Simon Leys σινεμά ΣΙΣΒ/SICV Σίσυφος σκεπτικισμός Σκιπίων ο Αφρικανός σκουπιδοντενεκέδες Σλαβόι Ζίζεκ/Slavoj Zizek Σοκούροφ/Sokurov σολιψισμός Σομαλία Σόνια Σουδάν Σουν Τζου σουρεαλισμός σοφία σοφιστές Σπιναλόγκα Σπινόζα/Spinoza Σπύρος Κυριαζόπουλος Στάλιν σταλινισμός Στάνλεϊ Καβέλ/Stanley Cavell Στάντις Λώουντερ/Standish Lawder Στέλιος Κούλογλου Στέλιος Ράμφος Στεφάν Λιαβινιότ/Stéphane Lavignotte Στέφανος Λουπάσκο/Stephan Lupasco Στέφανoς Ροζάνης Στήβεν Πίνκερ/Steven Pinker στρατόπεδα εργασίας Συλβαίν Πιρόν/Sylvain Piron Σύλβια Πλαθ/Sylvia Plath Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου συμβολικό πεδίο συμβολισμός Σύναψις συνείδηση Συνταγή για μαγιονέζα Σύνταγμα συνωμοσιολογία Σφαγεία σχέδιο Μάρσαλ σχετικισμός Σωκράτης σώμα Τ. Ρ. Μιλλς/C. W. Mills Τ.Κ.Παπατσώνης Τ.Σ. Έλλιοτ/T.S. Elliot τα κορδόνια σου! Τάκης Μίχας Τάσος Λάγγης τεστ τέχνη τεχνικό σύστημα τεχνοεπιστήμη τεχνοκρατία τεχνολογικός μεσσιανισμός τεχνοσάχλα Τζ. Α. Γκόλντστοουν/J.A. Goldstone/Τζ. Τζ. Μ. Κούτσι/J.M..Coetzee Τζ. Ρ. Σάουλ/J.R. Saul Τζ.Μ. Κούτσι/J.M. Coetzee Τζ.Ρ.Ρ. Τόλκιν/J.R.R. Tolkien Τζακάρτα Τζέημς Μπάλντουιν/James Baldwin Τζέιμς Φρέιζερ/James Frazer Τζέρεμι Μπένθαμ/Jeremy Bentham Τζέφρεϊ Χερφ/Jeffrey Herf Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι/Gianfranco Sanguinetti Τζιόρτζιο Αγκάμπεν/Giorgio Agamben Τζο Στράμερ/Joe Strummer Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ/J.K. Galbraith Τζον Ρωλς/John Rawls Τζον Σηρλ/John Searle Τζον Στάινμπεκ/John Steinbeck Τζον Χιούστον/John Houston Τζόρτζ Όργουελ/George Orwell Τζορτζ Στάινερ/George Steiner Τζούλια Κρίστεβα/Julia Cristeva Τζων Λοκ/John Locke Τζων Φόουλς/John Fowles Το καταραμένο απόθεμα Το Ξεπέρασμα της Τέχνης Τοκβίλ/Tocqueville Τόμας Μαν/Tomas Mann Τόμας Πίντσον/ Thomas Pynchon Τόμας Ράιντ/Thomas Reid Τόνι Νέγκρι/Toni Negri Τόνι Σουάρτζ/Tony Schwartz τραγωδία τριλεκτική Τσ. Σ. Περς/Ch. S. Peirce Τσαρλς Μπουκόφσκι/Charles Bukowski Τσαρλς Ντέιβενπορτ/Charles Davenport Τσαρλς Τέιλορ/Charles Taylor Τσαρλς Φορτ/Charles Fort τυραννία τύψεις Υβ Λε Μανάκ/Yves Le Manach υλισμός υπαρξισμός ύπνος υποκείμενο υποκρισία υπομονή Φ. Β. Μουρνάου/F.W. Murnau Φ. Γιάκομπι/F. Jacobi Φ. Ε. Ρεϊνάλ/F. E. Reynal Φαινομενολογία Φερνάντο Αρρραμπάλ/F. Arrabal Φερνάντο Πεσσόα/Fernando Pessoa Φίγκαρω Φιλανθρωπία φιλία Φίλιπ Λάρκιν/Philip Larkin Φιλοσοφία Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι/Fyodor Dostoevsky Φλαν Ο' Μπράϊαν/Flann O' Brien Φουκουσίμα Φρ. Έμπερτ/Fr. Ebert Φρ. Καραντέκ/F. Caradec Φρ. Φουρκέ/Fr. Fourquet Φρ. Χάγιεκ/Fr. Hayek Φρανκ Ζάπα/Frank Zappa Φράνσις Μπέικον/Francis Bacon Φρανσουά Λυοτάρ/François Lyotard Φρανσουά Σιμιάν/François Simiand Φραντς Κάφκα/Frantz Kafka Φρέντερικ Τέιλορ/Frederick Taylor Φρεντερικ Τζεϊμσον/Frederick Jameson Φρίντριχ Ένγκελς/Friedrich Engels Φρίντριχ Νίτσε/Friedrich Nietsche Φριτς Λάιστ/Fritz Leist φρμκ Φύση Φώτης Τερζάκης Χ. Τζ. Θορώ/H.J. Thoreau Χ.Λ. Μπόρχες/J.L. Borges Χ.Μ Ενζενσμπέργκερ χαρά Χάρι Φράνκφουρτ/Harry Frankfurt Χέγκελ/Hegel Χειρτ Μακ/Geert Mak Χέρμαν Μέλβιλ/Herman Melville Χέρμπερτ Μαρκούζε/Herbert Marcuse Χίλαρι Κλίντον χιούμορ χίπστερ Χιροσίμα Χλόη Κολλύρη Χομπς/Hobbes χοντρό δούλεμα Χουάν Βίβες/Juan Vives χρεοκοπία χρήμα Χρήμα και Μαγεία Χρήστος Βακαλόπουλος χριστιανισμός χρόνια πολλά χρόνος ψέμματα ψυχή Ψυχρή Ιδεολογία ωφελιμισμός AP auld lang syne beton7 Bob Dylan Bob Marley Bodies Christopher Cinemarian CoBrA D-503 dangerfew David Bowie DOCUMENTA Einsatzgruppe D European Media Art Festival F. C. Stanley Frank Zappa gosplan Grafton Happyfew Hildegoesasger Hollowsky Iggy Pop Il Consigliere Internationale Lettriste/Λεττριστική Διεθνής Internationale Situationniste/Καταστασιακή Διεθνής intothepill izi Jeffrey Lee Pierce Jimmy Cliff Joe Strummer Johnny Cash Keith Moon Keith Richards Krzysztof Kieslowski/Κριστόφ Κισλόφσκι La Commune Les Levres Nues Les Lèvres Nues Malaguena Melanie Pain memento mori mofferism/μοφερισμός Monty Python Necrology Nosotros RadioBubble Raul Zurita/Ραούλ Σουρίτα Raymond Carver/ Ρέϋμοντ Κάρβερ remap 2 Renty Roberto Juarroz RSA Salon De Vortex sexbox Sunrise Tales from the Crypt The Adicts The Beatles The Crass The Great Society The Gun Club The Juniors The Meteors The Morlocks The Please The Rolling Stones The Ruts The Sonic Youth The Stooges The Stranglers The Three Johns The UK Subs The War TwixtLab Vince Taylor Wall Street Journal WIRED wobblies Zabriskie Point Zoviets